Δόσιας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Δόσιας | οι | Δόσιες & Δοσιέηδες |
| γενική | του | Δόσια | των | — Δοσιέηδων |
| αιτιατική | τον | Δόσια | τους | Δόσιες & Δοσιέηδες |
| κλητική | Δόσια | Δόσιες & Δοσιέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Δόσιας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Δόσιας αρσενικό (θηλυκό Δόσια)