Εγγλέζος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Εγγλέζος Εγγλέζοι
γενική Εγγλέζου Εγγλέζων
αιτιατική Εγγλέζο Εγγλέζους
κλητική Εγγλέζε Εγγλέζοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Εγγλέζος < Ιγγλέζος < ιταλικό inglese < English

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Εγγλέζος αρσενικό

  1. που κατάγεται από την Αγγλία, ο Άγγλος
  2. (μεταφορικά) που είναι πάντα στην ώρα του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]