copper: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
imported>Soued031
imported>Soued031
Γραμμή 251: Γραμμή 251:
* Latvian: [[varš]] {{m}}
* Latvian: [[varš]] {{m}}
* Lithuanian: {{t+|lt|varis|xs=Lithuanian}}
* Lithuanian: {{t+|lt|varis|xs=Lithuanian}}
* [[Luxembourgish]]:
* [[Luxembourgish]]:, {{t|lb|Koffer|m}}
* [[Macedonian]]: [[бакар#Macedonian|бакар]] (bakar) {{m}}
* [[Macedonian]]: [[бакар#Macedonian|бакар]] (bakar) {{m}}
* Malay: {{t-|ms|kuprum|xs=Malay}}, {{t-|ms|tembaga|xs=Malay}}
* Malay: {{t-|ms|kuprum|xs=Malay}}, {{t-|ms|tembaga|xs=Malay}}

Αναθεώρηση της 18:47, 2 Δεκεμβρίου 2010

Πρότυπο:wikipedia

A copper nugget.

English

Πρότυπο:elements

Pronunciation

Etymology 1

From Πρότυπο:etyl Πρότυπο:term, from Πρότυπο:etyl Πρότυπο:term, Πρότυπο:term, from Πρότυπο:etyl *Πρότυπο:term, from Πρότυπο:proto, from Πρότυπο:etyl Πρότυπο:term, contraction of Πρότυπο:etyl Πρότυπο:term Πρότυπο:term, from Πρότυπο:etyl Πρότυπο:term. Cognate with Πρότυπο:etyl Πρότυπο:term, Πρότυπο:etyl Πρότυπο:term, Πρότυπο:etyl Πρότυπο:term.

Noun

      ενικός         πληθυντικός  
copper s / -
  1. (μη μετρήσιμο) a reddish-brown, malleable, ductile metallic element with high electrical and thermal conductivity, symbol Cu, and atomic number 29.
  2. (μετρήσιμο) Something made of copper.
  3. The reddish-brown colour/color of copper.
    copper (χρώμα):   
  4. (μετρήσιμο) A copper coin.
  5. Πρότυπο:context Πρότυπο:archaic A large pot used for heating water or washing clothes over a fire.
    Mum would heat the water in a copper in the kitchen and transfer it to the tin bath.
    I explain that socks can’t be boiled up in the copper with the sheets and towels or they shrink.
Synonyms
Derived terms

Πρότυπο:rel-top4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-bottom

Related terms

Πρότυπο:rel-top4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-bottom

Translations

Πρότυπο:trans-top

Πρότυπο:trans-mid

Πρότυπο:trans-bottom

Πρότυπο:trans-top

Πρότυπο:trans-mid

Πρότυπο:trans-bottom

Πρότυπο:trans-top

Πρότυπο:trans-mid

Πρότυπο:trans-bottom

Πρότυπο:trans-top

Πρότυπο:trans-mid

Πρότυπο:trans-bottom

Πρότυπο:trans-top

Πρότυπο:trans-mid

Πρότυπο:trans-bottom

Adjective

παραθετικά
θετικός copper
συγκριτικός
υπερθετικός
  1. Made of copper.
  2. Having the reddish-brown colour/color of copper.
Synonyms
  • (made of copper):
  • (having the colour/color of copper): coppery
Translations

Πρότυπο:trans-top

Πρότυπο:trans-mid

Πρότυπο:trans-bottom

Πρότυπο:trans-top

Πρότυπο:trans-mid

Πρότυπο:trans-bottom

Verb

ενεστώτας copper
γ΄ ενικό ενεστώτα
αόριστος
παθητική μετοχή
ενεργητική μετοχή
  1. To sheathe or coat with copper.

See also

Πρότυπο:rel-top4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-mid4

Πρότυπο:rel-bottom

External links

  • For more information refer to:

http://elements.vanderkrogt.net/elem/cu.html (A lot of the translations were taken from that site with permission from the author)

Etymology 2

Πρότυπο:etystub

Noun

      ενικός         πληθυντικός  
copper
  1. Πρότυπο:slang A policeman.
Synonyms
Related terms
Translations

Πρότυπο:trans-top

Πρότυπο:trans-mid

Πρότυπο:trans-bottom el:copper