Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «εμπιστοσύνη»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
μ (Νέο Σύστημα)
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{θ}}
# 1. το να πιστεύει κανείς στις αρετές ή ικανότητες κάποιου:
# {{λείπει ο ορισμός}}
''έχω/δείχνω εμπιστοσύνη ~•κερδίζω/χάνω την ~ κάποιου•''
''κλίμα/έλλειψη/κατάχρηση -ης•~ αμοιβαία /μεγάλη/τυφλή (αντ. δυσπιστία)•''
# 2.(πολιτ.) ''ψήφος -ης(στη Βουλή)''=το να εκφράζει (η Βουλή)με ψηφοφορία την εμπιστοσύνη της στην κυβέρνηση'''
(Εμμ. Κριαρά, Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας, Εκδ. Εκδοτική Αθηνών, 1995)
 
===={{μεταφράσεις}}====
Ανώνυμος χρήστης

Μενού πλοήγησης