ξαπλώνω: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
κλ
(ετυμ,παραγ,συγγ)
(κλ)
==={{ρήμα|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{el-ρήμα|ξάπλωνα|ξαπλώσω|ξάπλωσα|ξαπλώνομαι|ξαπλωμένος}}
* {{αμτβ}}
# {{αμτβ}} τοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση
# {{αμτβ}} πέφτω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή απλώς να ξεκουραστώ
#: ''θα πάω να '''ξαπλώσω''' για λίγο''
* {{μτβ}}
# {{μτβ}} τοποθετώ κάποιον σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι
# {{μτβ}} ρίχνωτοποθετώ κάποιον στοσε έδαφοςοριζόντια μεθέση, δυνατόστο χτύπημακρεβάτι
# ρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα
 
===={{παράγωγα}}====
===={{συγγενικά}}====
* [[ξαπλάρω]]
 
===={{κλίση}}====
{{el-κλίσ-'ενώνω'|ξαπλώ|ξάπλω|ξαπλω}}
 
===={{μεταφράσεις}}====

Μενού πλοήγησης