Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «κοντός»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Βικιποίηση των γλωσσών)
{{-επιθ-}}
 
Κοντός, -η, -ο
(για άνθρωπο, η άλλο ζωντανό ον) που έχει μικρό ανάστημα
(για αντικείμενο) που έχει μικρό ύψος
 
Αντίθετο [[ψηλός]]
 
 
9

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης