Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ελληνίδα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ελληνίδα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Ελληνίδα οι Ελληνίδες
      γενική της Ελληνίδας των Ελληνίδων
    αιτιατική την Ελληνίδα τις Ελληνίδες
     κλητική Ελληνίδα Ελληνίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ελληνίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Ἑλληνίς + -ίδα[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.liˈni.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ελληνίδα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ελληνίδα θηλυκό

  1. (εθνικό όνομα) θηλυκό του Έλληνας
  2. γυναικείο όνομα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο, ή γενικά, δείτε Έλληνας.

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • Έλληνας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)