Ελληνοκύπριος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Ελληνοκύπριος | οι | Ελληνοκύπριοι |
| γενική | του | Ελληνοκύπριου & Ελληνοκυπρίου |
των | Ελληνοκύπριων & Ελληνοκυπρίων |
| αιτιατική | τον | Ελληνοκύπριο | τους | Ελληνοκύπριους & Ελληνοκυπρίους |
| κλητική | Ελληνοκύπριε | Ελληνοκύπριοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.li.noˈci.pɾi.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Ελ‐λη‐νο‐κύ‐πρι‐ος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ελληνοκύπριος αρσενικό (θηλυκό Ελληνοκύπρια ή λογιότερο Ελληνοκυπρία)
- (πατριδωνυμικό) Έλληνας με καταγωγή από την Κύπρο
- → δείτε και τη λέξη Τουρκοκύπριος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- ελληνοκύπριος
- Ελληνοκυπραίος (οικείο)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Ελληνοκύπριος
Πηγές
[επεξεργασία]- Ελληνοκύπριος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Ελληνοκύπριος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)