Εμμανουήλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ἐμμανουήλ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Εμμανουήλ < ελληνιστική κοινή Ἐμμανουήλ < εβραϊκή עמנו אל (=ο θεός μαζί μας)[1] < עם (im: μαζί) + אל (el: θεός, θεότητα)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Εμμανουήλ αρσενικό άκλιτο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ θεός.» (Κατὰ Ματθαίον Εὐαγγέλιον, 1, 23)