Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ενετός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ενετός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Ενετός οι Ενετοί
      γενική του Ενετού των Ενετών
    αιτιατική τον Ενετό τους Ενετούς
     κλητική Ενετέ Ενετοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ενετός < ελληνιστική κοινή Ἐνετοί[1] < λατινική Veneti[2] < κελτικής προέλευσης < γαλατική Wenetoi (φιλικοί, συγγενείς) < πρωτοκελτική *wenetos < *wenyā (συγγένεια, συγγενείς)[3]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ενετός αρσενικό (θηλυκό Ενετή)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. Ἐνετοί - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  2. Veneti - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  3. Xavier Delamarre, Dictionnaire de la langue gauloise: Une approche linguistique du vieux-celtique continental, εκδ. Errance, Παρίσι 2003, ISBN 9782877723695, σελ. 440:312–313