Ενετός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Ενετός | οι | Ενετοί |
| γενική | του | Ενετού | των | Ενετών |
| αιτιατική | τον | Ενετό | τους | Ενετούς |
| κλητική | Ενετέ | Ενετοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ενετός αρσενικό (θηλυκό Ενετή)
- (εθνικό όνομα, ιστορία) ο κάτοικος της Ενετίας, ο Βενετός, την εποχή της ενετοκρατίας, που η Βενετία ήταν ένα ισχυρό αυτόνομο κράτος με πολλές κτήσεις στη Μεσόγειο
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Ενετή
- ενετικά
- ενετικός
- ενετοκρατία
- ενετοκρατούμαι
- ενετοκρατούμενος
- → δείτε τη λέξη Βενετία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Ενετός
|
- ↑ Ἐνετοί - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- ↑ Veneti - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- ↑ Xavier Delamarre, Dictionnaire de la langue gauloise: Une approche linguistique du vieux-celtique continental, εκδ. Errance, Παρίσι 2003, ISBN 9782877723695, σελ. 440:312–313
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από κελτικές γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλατικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοκελτική (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Εθνικά ονόματα (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)