Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επόνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Επόνα
      γενική της Επόνας
    αιτιατική την Επόνα
     κλητική Επόνα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Επόνα < ελληνιστική κοινή Ἔπονα[1] < λατινική Epona[2] < γαλατική epos (άλογο) (< πρωτοκελτική *ekʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁éḱwos) + -ona (πβ. θεωνύμια Sirona, Matrona) < μεγεθυντικό επίθημα -on + -a

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Επόνα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. Ἔπονα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  2. Epona - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.