Επόνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Επόνα | ||
| γενική | της | Επόνας | ||
| αιτιατική | την | Επόνα | ||
| κλητική | Επόνα | |||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Επόνα θηλυκό
- (θρησκεία) θεότητα της κελτικής μυθολογίας, προστάτιδα των αλόγων, των ταξιδιών και της γονιμότητας, ιδιαίτερα τιμώμενη από τους Ρωμαίους ιππείς
- ※ Το ανάγλυφο με την απεικόνιση της Επόνας εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, χρονολογείται στα χρόνια του Γαλερίου και δεν αποκλείεται να προέρχεται από τον Ιππόδρομο. (…) H θεά Επόνα λοιπόν δεν θα μπορούσε παρά να είναι η προστάτιδα των αλόγων, των φοράδων και των πουλαριών και να απεικονίζεται έφιππη ή δίπλα στα ζώα. (Μαρία Ριτζαλέου, «Επόνα: Μια κέλτικη θεότητα στη Θεσσαλονίκη. Η μοναδική καταγραφή της για τη Μακεδονία και τον ελλαδικό χώρο», www.voria.gr, 04.01.2025)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Επόνα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- ↑ Ἔπονα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- ↑ Epona - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλατικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοκελτική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)