Εσκίογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Εσκίογλου | οι | Εσκίογλοι & Εσκιογλαίοι |
οι | Εσκίογλου |
| γενική | του/της | Εσκίογλου | των | Εσκίογλων & Εσκιογλαίων |
των | Εσκίογλου |
| αιτιατική | τον/την | Εσκίογλου | τους | Εσκίογλους & Εσκιογλαίους |
τους/τις | Εσκίογλου |
| κλητική | Εσκίογλου | Εσκίογλοι & Εσκιογλαίοι |
Εσκίογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Εσκίογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Εσκίογλου αρσενικό ή θηλυκό