Ετρούσκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ετρούσκος < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ετρούσκος αρσενικό
- (εθνικό όνομα, ιστορία) αυτός που ανήκε στην αρχαία ιταλική φυλή των Ετρούσκων