Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ευριπίδης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Εὐριπίδης

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Ευριπίδης οι Ευριπίδηδες
      γενική του Ευριπίδη των Ευριπίδηδων
    αιτιατική τον Ευριπίδη τους Ευριπίδηδες
     κλητική Ευριπίδη Ευριπίδηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ευριπίδης < αρχαία ελληνική Εὐριπίδης < εὔριπος (παλιρροϊκός, άστατος)[1] < εὖ + ῥιπή < ῥίπτω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.vɾiˈpi.ðis/

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ευριπίδης αρσενικό

  1. (480 π.Χ. - 406 π.Χ.) τραγικός ποιητής, ένας από τους τρεις μεγάλους διδάσκαλους του αττικού δράματος
  2. ανδρικό όνομα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)