Εύα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Εὔα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Εύα οι Εύες
      γενική της Εύας
    αιτιατική την Εύα τις Εύες
     κλητική Εύα Εύες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Η Εύα της Παλαιάς Διαθήκης στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Εύα < ελληνιστική κοινή Εὔα < εβραϊκή חוה (khavá)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈε.va/

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Εύα θηλυκό

  1. (θρησκεία) το όνομα της πρώτης γυναίκας, συζύγου του Αδάμ
  2. γυναικείο όνομα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]