Εὐάγορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Εὐάγορος < εὖ + αγορά + -ος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Εὐάγορος αρσενικό