Εὐφίλητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Εὐφίλητος < εὖ + φιλώ + -ος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Εὐφίλητος αρσενικό