Μετάβαση στο περιεχόμενο

Εὔβοια

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Εύβοια

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Εὔβοι αἱ Εὔβοιαι
      γενική τῆς Εὐβοίᾱς τῶν Εὐβοιῶν
      δοτική τῇ Εὐβοί ταῖς Εὐβοίαις
    αιτιατική τὴν Εὔβοιᾰν τὰς Εὐβοίᾱς
     κλητική ! Εὔβοι Εὔβοιαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Εὐβοί
γεν-δοτ τοῖν  Εὐβοίαιν
1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Εὔβοια < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Εὔβοια θηλυκό

  1. νησί της Ελλάδας, η Εύβοια
  2. ονομασία πόλεων
  3. γυναικείο όνομα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]