Εὔμηλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Εὔμηλος < εὔμηλος < εὖ + μῆλον + -ος (μῆλον = πρόβατο)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Εὔμηλος αρσενικό

  1. (μυθολογία) μυθικός βασιλιάς της Αρόης.