Erwähnung
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από Εrwähnung)
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Erwähnung | die | Erwähnungen |
| γενική | der | Erwähnung | der | Erwähnungen |
| δοτική | der | Erwähnung | den | Erwähnungen |
| αιτιατική | die | Erwähnung | die | Erwähnungen |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Erwähnung (de) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη erwähnen