Ζανδάρμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ζανδάρμα < γενική ενικού του αρσενικού Ζανδάρμας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ζανδάρμα θηλυκό (αρσενικό Ζανδάρμας)
Ζανδάρμα θηλυκό (αρσενικό Ζανδάρμας)