Ζαφράκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ζαφράκα < γενική ενικού του αρσενικού Ζαφράκας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ζαφράκα θηλυκό (αρσενικό Ζαφράκας)
Ζαφράκα θηλυκό (αρσενικό Ζαφράκας)