Ζαχαρόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Ζαχαρόγλου | οι | Ζαχαρόγλοι & Ζαχαρογλαίοι |
οι | Ζαχαρόγλου |
| γενική | του/της | Ζαχαρόγλου | των | Ζαχαρόγλων & Ζαχαρογλαίων |
των | Ζαχαρόγλου |
| αιτιατική | τον/τη | Ζαχαρόγλου | τους | Ζαχαρόγλους & Ζαχαρογλαίους |
τους/τις | Ζαχαρόγλου |
| κλητική | Ζαχαρόγλου | Ζαχαρόγλοι & Ζαχαρογλαίοι |
Ζαχαρόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ζαχαρόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ζαχαρόγλου αρσενικό ή θηλυκό