Μετάβαση στο περιεχόμενο

Θέογνις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Θέογνις
      γενική τοῦ Θεόγνιδος
      δοτική τῷ Θεόγνιδ
    αιτιατική τὸν Θέογνιν
     κλητική ! Θέογνι
3η κλίση, Κατηγορία 'ἔρις' όπως «ἔρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Θέογνις < θέογνις

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Θέογνις, -ιδος αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]