Θεόφιλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Θεόφιλος οι Θεόφιλοι
      γενική του Θεοφίλου
& Θεόφιλου
των Θεοφίλων
& Θεόφιλων
    αιτιατική τον Θεόφιλο τους Θεοφίλους
& Θεόφιλους
     κλητική Θεόφιλε Θεόφιλοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Θεόφιλος < ελληνιστική κοινή Θεόφιλος. Συγχρονικά αναλύεται σε θεό + -φιλος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Θεόφιλος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα (θηλυκό Θεοφίλη)
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Θεοφίλου)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Θεόφιλος < ελληνιστική κοινή Θεόφιλος. Συγχρονικά αναλύεται σε θεό- + -φιλος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Θεόφιλος αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Θεόφιλος < θεόφιλος < (θεός) θεό- + -φιλος (φίλος > (φιλέω / φιλῶ (αγαπώ)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Θεόφιλος αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]