Μετάβαση στο περιεχόμενο

Θηβαιγενής

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / Θηβαιγενής τὸ Θηβαιγενές
      γενική τοῦ/τῆς Θηβαιγενοῦς τοῦ Θηβαιγενοῦς
      δοτική τῷ/τῇ Θηβαιγενεῖ τῷ Θηβαιγενεῖ
    αιτιατική τὸν/τὴν Θηβαιγεν τὸ Θηβαιγενές
     κλητική ! Θηβαιγενές Θηβαιγενές
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ Θηβαιγενεῖς τὰ Θηβαιγεν
      γενική τῶν Θηβαιγενῶν τῶν Θηβαιγενῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς Θηβαιγενέσ(ν) τοῖς Θηβαιγενέσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς Θηβαιγενεῖς τὰ Θηβαιγεν
     κλητική ! Θηβαιγενεῖς Θηβαιγεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ Θηβαιγενεῖ τὼ Θηβαιγενεῖ
      γεν-δοτ τοῖν Θηβαιγενοῖν τοῖν Θηβαιγενοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Θηβαιγενής < Θῆβαι + -γενής

Επίθετο

[επεξεργασία]

Θηβαιγενής, -ής, -ές