Μετάβαση στο περιεχόμενο

Θῆβαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική αἱ Θῆβαι
      γενική τῶν Θηβῶν
      δοτική ταῖς Θήβαις
    αιτιατική τὰς Θήβᾱς
     κλητική ! Θῆβαι
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'γλῶσσα' όπως «γλῶσσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
  1. Θῆβαι < μυκηναϊκή 𐀳𐀣 (tʰēgʷā) < πρωτοελληνική *tʰēgʷā
  2. Θῆβαι < δημώδης αιγυπτιακή < αρχαία αιγυπτιακή
    ip
    t
    O45
    (jpt: έσω ιερό)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Θῆβαι θηλυκό πληθυντικός

  1. πόλη της Βοιωτίας
     δείτε και τη λέξη Θήβα (κοινή νεοελληνική)
  2. πόλη της Αιγύπτου

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]