Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ιαμαϊκή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Ιαμαϊκα
      γενική της Ιαμαϊκας
    αιτιατική την Ιαμαϊκα
     κλητική Ιαμαϊκα
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ιαμαϊκή < αγγλική Jamaica[1] < ταΐνο Xaymaca (χώρα του ξύλου και του νερού) < maca (ξύλο)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ιαμαϊκή θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)