Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ιερουσαλήμ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἱερουσαλήμ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ιερουσαλήμ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Ἱερουσαλήμ[1] < αρχαία εβραϊκή יְרוּשָׁלַיִם‬ (Yərūšālayim) απ᾿ όπου και η ελληνιστική κοινή Ἱεροσόλυμα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.e.ɾu.saˈlim/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ιερουσαλήμ

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ιερουσαλήμ θηλυκό άκλιτο

  1. η μεγαλύτερη πόλη με τμήμα της θεωρούμενο ως κατεχόμενο έδαφος της Παλαιστίνης, η Ανατολική Ιερουσαλήμ.
  2. (πολύ σπάνιο) γυναικείο όνομα

Ταυτόσημα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ιεροσόλυμα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)