Ιντζίρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ιντζίρη < γενική ενικού του αρσενικού Ιντζίρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ιντζίρη θηλυκό (αρσενικό Ιντζίρης)
Ιντζίρη θηλυκό (αρσενικό Ιντζίρης)