Ισμυρλή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ισμυρλή < γενική ενικού του αρσενικού Ισμυρλής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ισμυρλή θηλυκό (αρσενικό Ισμυρλής)
Ισμυρλή θηλυκό (αρσενικό Ισμυρλής)