Ιστάντσου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ιστάντσου < γενική ενικού του αρσενικού Ιστάντσος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ιστάντσου θηλυκό (αρσενικό Ιστάντσος)
Ιστάντσου θηλυκό (αρσενικό Ιστάντσος)