Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΚΤΕΟ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ΚΤΕΟ < Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

ΚΤΕΟ ουδέτερο άκλιτο ακρωνύμιο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]