Μετάβαση στο περιεχόμενο

ΚΥΠ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ΚΥΠ <  : Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

ΚΥΠ θηλυκό άκλιτο ακρωνύμιο

  • παλαιότερη ονομασία της σύγχρονης ΕΥΠ