Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κάμμιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Κάμμιας οι Κάμμιες
& Καμμιέηδες
      γενική του Κάμμια των
Καμμιέηδων
    αιτιατική τον Κάμμια τους Κάμμιες
& Καμμιέηδες
     κλητική Κάμμια Κάμμιες
& Καμμιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κάμμιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κάμμιας αρσενικό (θηλυκό Κάμμια)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]