Κάστιζα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κάστιζα < γενική ενικού του αρσενικού Κάστιζας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κάστιζα θηλυκό (αρσενικό Κάστιζας)
Κάστιζα θηλυκό (αρσενικό Κάστιζας)