Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κίσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈci.sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κίσα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Κίσα
      γενική της Κίσας
    αιτιατική την Κίσα
     κλητική Κίσα
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κίσα < σλαβικής προέλευσης ки̏ша (kiša, βροχή) / kȉša < πρωτοσλαβική *kysělъ

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κίσα αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Κίσα < γενική ενικού του αρσενικού Κίσας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κίσα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Κίσας)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]