Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καβάσιλα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Καβασιλά

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈva.si.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Καβάσιλα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Καβάσιλα
      γενική των Καβάσιλων
    αιτιατική τα Καβάσιλα
     κλητική Καβάσιλα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Καβάσιλα < επώνυμο Καβάσιλας[1]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καβάσιλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Καβάσιλα < γενική ενικού του αρσενικού Καβάσιλας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καβάσιλα θηλυκό άκλιτο

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Καβάσιλα αρσενικό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Οικονόμου, Κώστας Ευ. (2002). Τα οικωνύμια του νομού Ιωαννίνων: γλωσσολογική εξέταση. Ιωάννινα: Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων., σ. 123-124 Διαθέσιμο και σε αρχειοθετημένη έκδοση.