Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καδής

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: καδής

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καδής < καδής

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καδής αρσενικό

  • ορεινός οικισμός μελισσοτρόφων της Νάξου, νότια της Κεραμωτής
    παράδειγμα  Σύμφωνα με την παράδοση, στον Καδή λειτουργούσε επί τουρκοκρατίας δικαστήριο για τα ορεινά χωριά.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]