Καθαρή Δευτέρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Καθαρή Δευτέρα | οι | Καθαρές Δευτέρες |
| γενική | της | Καθαρής Δευτέρας | — | |
| αιτιατική | την | Καθαρή Δευτέρα | τις | Καθαρές Δευτέρες |
| κλητική | Καθαρή Δευτέρα | Καθαρές Δευτέρες | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καθαρή Δευτέρα θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Καθαρή Δευτέρα
|
→ δείτε τη λέξη Καθαρά Δευτέρα |