Καθαριά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καθαριά < γενική ενικού του αρσενικού Καθαριάς
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καθαριά θηλυκό (αρσενικό Καθαριάς)
Καθαριά θηλυκό (αρσενικό Καθαριάς)