Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κακόσι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το Κακόσι
      γενική του Κακοσιού
& Κακοσίου
    αιτιατική το Κακόσι
     κλητική Κακόσι
Η κατάληξη -ιού προφέρεται με συνίζηση.
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, λόγιος, παλιότερος.
Κατηγορία όπως «καράτι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κακόσι < αρβανίτικη Kakos[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈko.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κακόσι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κακόσι ουδέτερο, μόνο στον ενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Bellusci, Antonio (1994). Ricerche e studi tra gli arberori dell'ellade. Centro ricerche socio-culturali G. Castriota. σελ. 34.
  2. ΦΕΚ 148 Α, 20 Απριλίου 1915