Καλάβρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καλάβρια < γενική ενικού του αρσενικού Καλάβριας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καλάβρια θηλυκό (αρσενικό Καλάβριας)
Καλάβρια θηλυκό (αρσενικό Καλάβριας)