Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καλίνκα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καλίνκα < ρωσική Калинка

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καλίνκα θηλυκό

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. όνομα δημοφιλούς ρώσικου λαϊκού τραγουδιού του Ίβαν Πέτροβιτς Λαριόνοφ του 1860
      Σφύριζε ανέμελα την «Καλίνκα», διπλώνοντας μπλουζάκια και πουλόβερ και στριμώχνοντας τις ελβιέλες του στο σακ βουαγιάζ (Λένα Διβάνη, Εργαζόμενο αγόρι, 2000)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]