Καλαδί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κακάδι, Καλάδη, καλάθι, καλάμι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Καλαδί τα Καλαδιά
      γενική του Καλαδιού των Καλαδιών
    αιτιατική το Καλαδί τα Καλαδιά
     κλητική Καλαδί Καλαδιά
Συνήθως στον ενικό
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Καλαδί < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.laˈði/
συλλαβισμός: Κα‐λά‐δι

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Καλαδί ουδέτερο

  • παραλία των Κυθήρων
    ※ Η ακτή Καλαδί διαθέτει τρεις αλλεπάλληλους ορμίσκους που χωρίζονται από κοφτά βράχια, σχηματίζοντας ένα ευδιάκριτο «ωμέγα». (Θοδωρής Αθανασιάδης, Οι ντίβες του Ιονίου, Εφημερίδα των Συντακτών, 23 Αυγούστου 2020)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]