Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καλημεριάνοι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Καλημεριάνοι
      γενική των Καλημεριάνων
    αιτιατική τους Καλημεριάνους
     κλητική Καλημεριάνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Άποψη των Καλημεριάνων

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καλημεριάνοι < επώνυμο Καλημέρ(ης) + -ιάνοι[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.li.meɾˈʝa.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Καλημεριάνοι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καλημεριάνοι αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Νέα Εστία, τόμ. 68, (1960), σελ. 1554