Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καλλίμαχος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Καλλίμαχος οι Καλλίμαχοι
      γενική του Καλλίμαχου
& Καλλιμάχου
των Καλλίμαχων
& Καλλιμάχων
    αιτιατική τον Καλλίμαχο τους Καλλίμαχους
& Καλλιμάχους
     κλητική Καλλίμαχε Καλλίμαχοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καλλίμαχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Καλλίμαχος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈli.ma.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Καλλίμαχος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καλλίμαχος αρσενικό

  1. (ιστορία, φιλολογία) ανδρικό όνομα
      Στὸν πρόλογο ὅμως τοῦ φ. 57r διαπιστώνουμε καὶ κάτι ποὺ παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον : στὸ ὣς τώρα ἄγνωστο αὐτὸ κείμενο (ποιημενικὴ κωμωδία;) γίνεται λόγος γιὰ τὸν ἔρωτα τοῦ Καλλιμάχου καὶ τῆς Ροδάμνιας (Ροδάμνης) καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἔρωτα τοῦ Καλλιμάχου καὶ τῆς Χρυσορρόης ἣ τοῦ Λιβίστρου καὶ τῆς Ροδάμνης, ποὺ γνωρίζουμε ἀπὸ τὰ γνωστὰ βυζαντινὰ ἱπποτικὰ μυθιστορήματα «Καλλίμαχος καὶ Χρυσορρόη» καὶ «Λίβιστρος καὶ Ροδάμνη».
    1985 Γιάννης Κ. Μαυρομμάτης, «Ένα άγνωστο θεατρικό κείμενο του τέλους του 17ου αιώνα από την Πάρο», Αριάδνη 3 (1985), σ. 181. Στον ιστότοπο της Υπηρεσίας Ηλεκτορικών Περιοδικών της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης· πρόσβαση: 9. 9. 2022
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Καλλιμάχου)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Καλλίμαχος οἱ Καλλίμαχοι
      γενική τοῦ Καλλιμάχου τῶν Καλλιμάχων
      δοτική τῷ Καλλιμάχ τοῖς Καλλιμάχοις
    αιτιατική τὸν Καλλίμαχον τοὺς Καλλιμάχους
     κλητική ! Καλλίμαχε Καλλίμαχοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Καλλιμάχω
γεν-δοτ τοῖν  Καλλιμάχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καλλίμαχος < καλλί- + -μαχος (μάχη)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kal.lí.ma.kʰos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Καλλίμαχος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καλλίμαχος, -ου αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]