Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καλλικλῆς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Καλλικλής

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Καλλικλῆς οἱ Καλλικλεῖς
      γενική τοῦ Καλλικλέους τῶν Καλλικλέων
      δοτική τῷ Καλλικλεῖ τοῖς
    αιτιατική τὸν Καλλικλέα
  & σπανίως > Καλλικλ
τοὺς Καλλικλεῖς
     κλητική ! Καλλίκλεις Καλλικλεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν 
Μόνο συνηρημένο.
3η κλίση, ομάδα 'Περικλέης Περικλῆς', Κατηγορία 'Περικλῆς' όπως «Περικλῆς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Καλλικλῆς < (κάλλος) καλλι- + -κλῆς (< κλέος)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Καλλικλῆς, -έους αρσενικό