Καλογρέζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Καλογρέζα οι Καλογρέζες
      γενική της Καλογρέζας
    αιτιατική την Καλογρέζα τις Καλογρέζες
     κλητική Καλογρέζα Καλογρέζες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Καλογρέζα < αρβανίτικη[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.loˈɣɾe.za/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κα‐λο‐γρέ‐ζα

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Καλογρέζα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Γιώργης Παπαγεωργίου, (1977) Η παραγωγή και η σύνθεση των λέξεων στη νέα ελληνική γλώσσα, Αθήνα: Βιβλιοπωλείο Σπ. Κοντού - Δημ. Φυλλέτου, σελ. 96