Καλοκύρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Καλοκύρη < γενική ενικού του αρσενικού Καλοκύρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Καλοκύρη θηλυκό (αρσενικό Καλοκύρης)
Καλοκύρη θηλυκό (αρσενικό Καλοκύρης)